21 Οκτωβρίου 2014
Παλιά επαγγέλματα στην Ελλάδα
Ο ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΗΣ
Ο πλανόδιος εφημεριδοπώλης ήταν ο επαγγελματίας που ασκούσε το επάγγελμά του χωρίς να έχει συγκεκριμένο μαγαζί. Παραλάμβανε τις εφημερίδες από τα πρακτορεία διανομής τύπου και προωθούσε την καθημερινή κυκλοφορία του ελληνικού τύπου περπατώντας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης του. Τις πουλούσε στους περαστικούς ή τις άφηνε στην είσοδο των σπιτιών των μόνιμων πελατών του.
Νικόλαος Δεληγιάννης
Ο ΓΑΛΑΤΑΣ
Ο γαλατάς ήταν ο πρώτος πλανόδιος μικροπώλης της ημέρας. Φόρτωνε τα γκιούμια με το φρέσκο γάλα στο γαϊδούρι του και ξεκινούσε πρωί πρωί απ' το χωριό του για την πόλη. Έπρεπε να προφτάσει να εξυπηρετήσει όλους τους πελάτες. Την ίδια πάντα ώρα, πιστό στο ραντεβού, έδενε σε κάποιο δέντρο το ζώο του και ξεκινούσε το μοίρασμα. Έπαιρνε στο ένα χέρι το γκιούμι (βαθύ μπακιρένιο σκεύος με στόμιο) και στο άλλο τη μικρή κούπα που ζύγιζε μισή οκά και χτυπούσε τις πόρτες. Ήξεραν οι νοικοκυρές κι έβγαιναν με την μπακιρένια κανάτα ή την κατσαρόλα στο χέρι. Μερικές πάλι για να μη σηκωθούν απ' το κρεβάτι, άφηναν στην εξώπορτα το κατσαρολάκι να το γεμίσει ο γαλατάς. Το γέμιζε αυτός και έβαζε και μια πέτρα από πάνω για να μην αναποδογυρίσει το σκεύος καμιά γάτα.
Είχε συνήθως μόνιμους πελάτες, αν όμως τύχαινε και του περίσσευε γάλα, τότε έπαιρνε τους δρόμους φωνάζοντας: "Ο γαλατάς!Φρέσκο ολόπαχο γάλα!" , μέχρι να το πουλήσει όλο και να γυρίσει στο χωριό του. Μέχρι το '70, περνούσαν ακόμη γαλατάδες απ' τις γειτονιές. Με τη λειτουργία όμως των εργοστασίων γάλακτος, χάθηκαν.
Κατερίνα Τσιαβδαρίδου
Ο ΚΑΡΕΚΛΑΣ
Ο καρεκλάς ήταν αυτός που έφτιαχνε καρέκλες. Έφτιαχνε πρώτα το ξύλινο σκελετό της καρέκλας και στη συνέχεια έπλεκε με ψάθα τη βάση της καρέκλας όπου θα κάθονταν οι άνθρωποι. Αυτό γινόταν για να είναι πιο αναπαυτικές οι καρέκλες.
Μαρία Ρανδζή
Ο ΚΑΡΒΟΥΝΙΑΡΗΣ
Ο καρβουνιάρης ήταν πλανόδιος. Παρασκεύαζε και πουλούσε κάρβουνα. Ο τόπος εργασίας του ήταν το καμίνι, όπου έκαιγε χοντρά ξύλα από τα οποία προέκυπτε το κάρβουνο. Στη συνέχεια, το φόρτωνε στο κάρο και γύριζε από τόπο σε τόπο για να το πουλήσει. Οι άνθρωποι το αγόραζαν και το χρησιμοποιούσαν για διάφορες δουλειές στην καθημερινή τους ζωή. Τα εργαλεία του ήταν το φτυάρι, η πιρούνα ( με αυτή καθάριζε το κάρβουνο ) , το καρότσι, τα τσουβάλια και ο σπάγκος με τον οποίο έραβαν τα τσουβάλια.
Συμεωνία Ελευθεριάδου
Ο ΑΡΚΟΥΔΙΑΡΗΣ
Ο αρκουδιάρης ή αρκουδόγυφτος ήταν συνήθως τσιγγάνος που περιέφερε την αρκούδα σε υπαίθριες γιορτές και μ' αυτό τον τρόπο έβγαζε χρήματα.
Οι αρκουδόγυφτοι κρατούσαν συνήθως ένα ντέφι ή τύμπανο, όπου έπαιζαν μουσική έχοντας δεμένη με αλυσίδα από τη ζώνη τους μια αρκούδα με φίμωτρο. Διάλεγαν για τις παρουσιάσεις τους κυρίως πλατείες και δρόμους συνοικιακούς.
Μόλις άρχιζε το ντέφι, με την λέξη "σήκω", η αρκούδα σηκωνόταν στα πίσω πόδια και άρχιζε να χορεύει. Έκανε και μιμήσεις π.χ. στην ερώτηση του αρκουδιάρη :"πώς ξυπνάει η Βουγιουκλάκη;" , η αρκούδα ξάπλωνε και τέντωνε τα πόδια της. Οι θεατές έδιναν τότε χρήματα στον αρκουδιάρη.
Στράτος Σακισλόγλου
20 Οκτωβρίου 2014
19 Οκτωβρίου 2014
Οι Ολυμπιακοί αγώνες στην αρχαιότητα
Παρακολουθείστε πώς γινόντουσαν οι Ολυμπιακοί αγώνες, κάνοντας κλικ στην εικόνα.
15 Οκτωβρίου 2014
Παροιμίες για το νερό
- Δίχως νερό, ο μύλος δεν αλέθει.
- Με το κουτάλι, πηγάδι δεν αδειάζει.
- Αλλού χτυπάει το νερό, αλλού βροντάει ο μύλος.
- Κάθε νερόμυλος θέλει νερό.
- Ο ξένος και ο ποταμός τον τόπο τους γυρεύουν.
- Όσα βρέχει ο θεό, τόσα καταπίνει η γη.
- Άνεμος και νερό στο σακί δε χωράνε.
- Η αλήθεια πλέει σαν λάδι στο νερό.
- Σε περνάει άβρεχο από το ποτάμι.
- Μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό.
- Όμορφη σαν τα κρύα τα νερά!
- Κουβαλάει νερό με το κόσκινο.
- Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται.
- Τρέχουν τα δάκρυα του σαν νερό.
- Μπήκε το νερό στ' αυλάκι.
- Το ήσυχο νερό τρυπάει την πέτρα.
- Το νερό που θα χυθεί, δεν μαζεύεται όλο.
- Στάλα στάλα το νερό, το μάρμαρο τρυπάει.
- Είσαι άνω ποταμών!
- Είπαμε το νερό, νεράκι!
- Δεν έπεσε η ζάχαρη μες το νερό!
- Έφτασε στην πηγή, αλλά δεν ήπιε νερό!
- Σε ξένο κρασί μη βάζεις νερό!
- Ο πλάτανος θέλει νερό και η λεύκα αέρα.
- Το ξέρω νεράκι το μάθημα.
Έθιμα με το νερό
Το έθιμο της πιπεριάς
Συνέντευξη από τη γιαγιά μου Στέλλα.
-Γιαγιά, από ποιο χωριό είσαι;
-Από τον Τράγιλο Σερρών.
-Μπορείς να μου μιλήσεις για το έθιμο της πιπεριάς;
- Ναι, μπορώ. Τους καλοκαιρινούς μήνες που δεν έβρεχε και είχε ξηρασία, οι χωριανοί ντύνανε μια ορφανή κοπέλα "πιπεριά". Την φορούσαν κόκκινα ρούχα για πιπεριά και πράσινα για φύλλα. Έπειτα τη γύριζαν σε όλο το χωριό και την έβρεχαν με κανάτες. Της τραγουδούσαν κι ένα ποιηματάκι:
"Πιπεριά δροσολογιά
για να βρέξεις μια βροχή
μια βροχή μια σιγανή
για να γίνουν τα στάρια
να γεμίσουμε τ' αμπάρια."
Έτσι μετά από λίγες μέρες έβρεχε.
Θεολόγης Ζερβίδης
Το αμίλητο νερό
Πρωί πρωί την ημέρα των Χριστουγέννων, οι κοπέλες της επαρχίας έτρεχαν στην πιο κοντινή βρύση για να "κλέψουν το άκραντο νερό", δηλαδή το αμίλητο νερό. Λέγεται έτσι το νερό, γιατί σε όλη τη διαδρομή, οι κοπέλες δεν βγάζουν λέξη.
Όταν φτάνουν στη βρύση λένε:"όπως τρέχει το νερό σου βρυσούλα μου, έτσι να τρέχει και το βιο μου", δηλαδή η περιουσία μου ή η ζωή μου.
Διονύσης Στίκος
Το σιδερένιο νερό
Έθιμο που γινόταν παλιά στη Φλώρινα. Τα χαράματα της Πρωτοχρονιάς, ο νοικοκύρης πήγαινε στη βρύση του χωριού. Αφού πλενόταν, έπαιρνε μια πέτρα μικρή και την έπλενε καλά στη βρύση. Στη συνέχεια, γύριζε σπίτι και τους έβρεχε με ένα κλωνάρι και την πέτρα λέγοντας: "όλοι του χρόνου γεροί σαν την πέτρα τη μικρή."
Μιχάλης Καραμιχαηλίδης
Το τάισμα της βρύσης
Σε πολλά χωριά, κυρίως της ηπειρωτικής Ελλάδας, συνάντάμε το έθιμο που καλείται:"Το τάισμα της βρύσης". Στις περισσότερες περιπτώσεις, το έθιμο λαμβάνει χώρα την παραμονή της πρωτοχρονιάς, ενώ σε κάποιες περιοχές θα το συναντήσουν τα ξημερώματα της ημέρας των Χριστουγέννων.
Σύμφωνα με το έθιμο, αδειάζονται όλα τα δοχεία που περιέχουν νερό στο σπίτι και μια από τις γυναίκες του σπιτιού (συνήθως νεαρή) πηγαίνει να φέρει, με μια στάμνα νερό από την κοντινή στο σπίτι βρύση. Στο δρόμο τόσο πηγαίνοντας όσο και γυρίζοντας πρέπει να παραμείνει αμίλητη. Αυτός είανι και ο λόγος που το νερό αυτό ονομάζεται αμίλητο ή άκραντο.
Εκτός από τη στάμνα, η γυναίκα έχει μαζί της διάφορα φαγώσιμα, όπως μέλι, βούτυρο, σιτάρι, τυρί, κ.α. Αυτά τα τρόφιμα θα τα αφήσει στην βρύση (θα την ταΐσει)πριν γεμίσει τη στάμνα της με νερό. Κατά τη διάρκεια του γεμίσματος της στάμνας, η γυναίκα κάνει διάφορες ευχές για το νέο έτος, παραμένοντας όμως αμίλητη.
Όταν γεμίσει η στάμνα, επιστρέφει στο σπίτι και αφού πιουν από το αμίλητο νερό όλα τα μέλη της οικογένειας, ραντίζεται με αυτό το σπίτι για το καλό της χρονιάς. Σε ορισμένες περιοχές, πιστεύεται ότι όποια κοπέλα φτάσει στη βρύση πρώτη, θα είναι τυχερή για όλη τη χρονιά. Οπότε μην κάθεστε! Στάμνα, φαγώσιμα, φερμουάρ στο στόμα και βουρ για την κοντινή βρύση. Κι αν χτυπήσει το κινητό, μην ξεχαστείτε και απαντήσετε. Αμίλητες είπαμε!
Ανδριάνα Παρασκευαΐδου
Αναστασία Στίκου
Αναστασία Στίκου
09 Οκτωβρίου 2014
06 Οκτωβρίου 2014
05 Οκτωβρίου 2014
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

















